Με αφορμή τον ένα χρόνο από το χαμό του Ευγένιου Γκέραρντ, το Capitano.gr ετοίμασε ένα Special αφιέρωμα για τον «Μίστερ» του ΟΦΗ, τον «Γκεραρντάκη» ολάκερης της Κρήτης.

του Zastro

Νοτιοανατολικά της Ολλανδίας, κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο και τη Γερμανία, εκτείνεται το Limburg - ή Λιμβουργία επί το ελληνικότερον - μια περιοχή με απεριόριστη στρατηγική σημασία για ολόκληρη την Ευρώπη. Συνδετικός κρίκος BeNeLux και κοιλάδας του Ruhr, η Λιμβουργία είναι μια επαρχία με δική της γλώσσα, εντελώς ξεχωριστό χαρακτήρα και εξαιρετικά πολύτιμη γεωστρατηγική θέση από τους καιρούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την εποχή των Αψβούργων και τους μεγάλους πολέμου.

 Άνθρωποι με δικούς τους κώδικες, δικό τους - περήφανο - πολιτισμό και τρομερές παραδόσεις, σε βαθμό που και η ίδια η Ευρώπη το αναγνώρισε, επιλέγοντας αυτόν τον τόπο για την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, τη συμφωνία που γέννησε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόπος αντιθέσεων και αντιφάσεων, άνθρωποι σκληροί, παραδοσιακοί, πότες, αλλά συνάμα περήφανοι, φιλόξενοι και πολυπράγμονες. Ό,τι πλησιέστερο στους δικούς μας Κρήτες.

Επειδή ποτέ και τίποτα δεν είναι τυχαίο, σ’ αυτήν την ιδιαίτερη γη, στο Brunssum συγκεκριμένα, στις 7 Μαΐου του 1940, είδε το πρώτο φως ο Gène (Eugene) Gerards. Οικογένεια αμιγώς ποδοσφαιρική, πατέρας πρώην ποδοσφαιριστής και ερωτευμένος με το ποδόσφαιρο - για περισσότερα από 26 χρόνια πρόεδρος της τοπικής SV Limburgia - αδελφός ποδοσφαιριστής, μάνα και αδελφή συνηθισμένες στα σκισμένα γόνατα, τις διπλές προπονήσεις και την ποδοσφαιρική ορολογία.

Πιτσιρικάς ονειρευόταν να γίνει πιλότος, τον συνάρπαζαν οι αιθέρες, η αίσθηση ελευθερίας που νιώθεις απέναντι στο άπειρο. Το ποδόσφαιρο το θεωρούσε μέρος της καθημερινότητάς του, μέσο άθλησης και σφυρηλάτησης ενός αθλητικού σώματος, όχι κύρια ασχολία, δεν ήταν συναρπαστικό στο εφηβικό μυαλό του. Μέχρι που δοκίμασε σε μια σχολή πιλότων, κάθισε πίσω από το πιλοτήριο και πείστηκε ότι τόση αδρεναλίνη δεν ταιριάζει στο μειλίχιο χαρακτήρα του και είναι πολύ πιο ασφαλής πατώντας στο έδαφος.

Αφοσιώθηκε στο ποδόσφαιρο, ξεκίνησε να προπονείται πιο εντατικά και να διεκδικεί φάση βασικού στην Sport Vereniging Limburgia. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι είναι αργός και μια πρώιμη εκδοχή “defensive striker”, αλλά ότι είναι «ο γιος του προέδρου» με ότι αυτό συνεπάγεται. Παίρνει παιχνίδια, σκοράρει σποραδικά, φτιάχνει σιγά σιγά ένα όνομα σε τοπικό επίπεδο και τον καλεί η (τότε) Fortuna ’54 λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά από το σπίτι του, στα σύνορα με τη Ρηνανία. Είναι 23 στα 24, διψάει για ποδόσφαιρο και θέλει να αποδείξει ότι δεν έπαιζε χαριστικά μέχρι πρότινος στην ομάδα του πατέρα του.

Στη Fortuna αγωνίζεται από το 1964 μέχρι το 1969, σκοράρει αρκετά γκολ, κυρίως εμφανίζει μια πρωτοφανή για την κατηγορία αντίληψη του παιχνιδιού. Η έλλειψη ταχύτητας εξαναγκάζει τον Γκέραρντ να αναζητήσει ποδοσφαιρικές διεξόδους οι οποίες περισσότερο παρέπεμπαν σε μεταγενέστερα, σε πιο σύγχρονα ολλανδικά μοντέλα. Παίζει με το χώρο, εκμεταλλεύεται το πλάτος, την ταχύτητα και την έκρηξη των συμπαικτών του που είναι μεγάλα ονόματα της εποχής.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ_ΑΦΙΕΡΩΜΑ_1.jpg#asset:60535

Έχει την τύχη να αγωνίζεται συμπαίκτης με ποδοσφαιριστές όπως ο Jan Notermans, ο Spitz Kohn, ο Bart Carlier, ο Βέλγος Jef Vliers, κυρίως έχει την ευλογία να παίξει ποδόσφαιρο δίπλα σε μια τεράστια μορφή του ολλανδικού ποδοσφαίρου, τον Cor van der Hart, τον πρώτο στόπερ στην ιστορία που εισήγαγε τεχνική και επιθετικές αρετές στην μέχρι πρότινος «ξύλινη» θέση. Έμαθε πολλά από τον van der Hart, ο οποίος μετά την τεράστια καριέρα σε Ajax και τη μεταγραφή στη Γαλλία και τη Lille, επέστρεψε στην Ολλανδία και έβαλε ουσιαστικά τη Fortuna στον ποδοσφαιρικό χάρτη της χώρας. Η ομάδα φτάνει ακόμα και στη δεύτερη θέση της Eredivisie, κατακτά το κύπελλο το 1957 στον τελικό του De Kuip στο Rotterdam εναντίον της μεγάλης Feijenoord, ανήκει δικαιωματικά στις κορυφαίες ομάδες της χώρας. Ο Έγκε έχει αρχίσει και αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο διαφορετικά, έχει αντιληφθεί ότι επωάζεται μια μοναδική σχολή και δεν ενοχλείται από το γεγονός ότι δεν είναι βασικός.

Τις υψηλές ταχύτητες μπορεί να τις παρακολουθήσει μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60, όταν και επιστρέφει στην ομάδα που τον ανέδειξε, την SV Limburgia. με παράσημο καριέρας την κλήση στην προεπιλογή της εθνικής ομάδας από τον Denis Neville το Σεπτέμβριο του 1964 για το τουρνουά του Άμστερνταμ. Δεν τα κατάφερε να μπει στην τελική 22άδα, αλλά μέχρι τα στερνά του αυτήν την κλήση τη θεωρούσε κορυφαία στιγμή της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής.

Στην παρηκμάζουσα SVL παρέμεινε μέχρι το 1973, ακολούθησε την ομάδα στην πτώση ακόμα και στο ερασιτεχνικό περιφερειακό πρωτάθλημα, προς το τέλος είχε αναλάβει και χρέη μέντορα για ορισμένα από τα νέα παιδιά που λόγω του κύματος “Ajax” στην καθημερινότητα των Ολλανδών, είχαν αγαπήσει και ήθελαν να δοκιμάσουν με το ποδόσφαιρο. Ήταν 33 ετών αλλά τα γόνατά του δεν άντεχαν πλέον την καταπόνηση και οι χαμηλές κατηγορίες για ένα ευπαθές και ταλαιπωρημένο σώμα είναι προς αποφυγήν. Κι όμως, το ποδόσφαιρο το σταμάτησε «πλήρης» από αγωνιστικής άποψης.

Η αντίληψή του, η διορατικότητά του και η ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι του αντιπάλου τον είχαν μετατρέψει σε απαραίτητο συστατικό της ομάδας, η μεταδοτικότητα και το ενδιαφέρον του για τα νέα παιδιά τον οδήγησαν στην απόφαση να συνεχίσει από άλλο χώρο, αυτόν του προπονητή. Ταξίδεψε στη φημισμένη σχολή της Κολωνίας, παρακολούθησε σεμινάρια, εντρύφησε στο πιο τακτικό κομμάτι του ποδοσφαίρου. Έχοντας εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και κατέχοντας το δίπλωμα ψυχολογίας, του έλειπε μόνον η εμπειρία και το βάπτισμα του πυρός για να ξεκινήσει καριέρα προπονητή. Χρειαζόταν απλώς μια συγκυρία, ένας συνδυασμός τυχαιότητας των γεγονότων που θα του εξασφάλιζαν την πρώτη του δουλειά. Κι ο συνδυασμός αυτός δεν άργησε να έλθει και μάλιστα στην επαρχία του, τη Λιμβουργία.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΡΟΝΤΑ.JPG#asset:60536

Φεβρουάριος του 1974 και η καλύτερη ομάδα της επαρχίας, η Roda στο ελεύθερο πια από το κλείσιμο των ορυχείων Kerkrade, μένει χωρίς προπονητή. Ο Hennie Hollink αποδέχεται την πρόταση της Strasbourg και μετακομίζει στην Αλσατία. Η πρώτη επιλογή αντικαταστάτη φέρνει στη Λιμβουργία τον φοβερό και τρομερό πρώην αξιωματικό της Wehrmacht, Fritz Pliska. Ο Γερμανός εξαιτίας μιας ασθένειας που τον ταλαιπώρησε δεν θα καθίσει ούτε δίμηνο στον πάγκο της Roda, με αποτέλεσμα τον αποσυντονισμό και την πλήρη αλλαγή στρατηγικής του συλλόγου. Η Roda αποφασίζει να στραφεί σε νεαρούς Ολλανδούς προπονητές, να δημιουργήσει ένα είδος δικής της σχολής με άξονα τα εγχώρια και μη ταλέντα. Καλεί τον Bert Jacobs, τότε στα 33 του, να αναλάβει το project, ο οποίος παρά το νεαρό της ηλικίας του έχει ήδη πενταετή εμπειρία στους πάγκους στην Ουτρέχτη. Ο Bert γνωρίζει τον Έγκεν στο κεντρικό γραφείο παροχής υπηρεσιών της νομαρχίας όπου έχει πάει να διευθετήσει κάποια γραφειοκρατικά ζητήματα. Ο Γκέραρντ βρισκόταν επίσης εκεί έχοντας σύμβαση εργασίας με την κοινωνική υπηρεσία του δήμου του Brunssum. Αυτό ήταν. Ο Jacobs γοητεύεται από την ικανότητα του Έγκεν να διαχειρίζεται τους ανθρώπους, όταν μαθαίνει ότι ασχολείται και με το ποδόσφαιρο γοητεύεται και τον εντάσσει στο team του σαν assistant. Το ημερολόγιο γράφει Μάιος του 1974 και ο Έγκεν Γκέραρντ είναι επισήμως βοηθός προπονητή στη Roda, το ταξίδι του στους πάγκους έχει μόλις ξεκινήσει.

Παραλαμβάνουν τη Roda στη 15η θέση, αμέσως την καθιερώνουν στις μεσαίες θέσεις της βαθμολογίας διδάσκοντας ποδόσφαιρο σε νεαρούς ποδοσφαιριστές. Πολύ σύντομα, το 1976, η Roda φθάνει μέχρι τον τελικό κυπέλλου όπου χάνει το τρόπαιο από την PSV, ποσώς ενδιαφέρει όμως Jacobs και Gerards η τόσο γρήγορη καταξίωση. Αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο ως διδαχή, είναι παιδαγωγοί και εκτιμούν αμφότεροι ότι είναι πολύ πιο πολύπλοκο απ’ ότι θεωρούν οι μάζες και το φίλαθλο κοινό. Με τον Bert έχουν μια άψογη επαγγελματική σχέση και η χημεία του βγαίνει και στην ομάδα, στα αποτελέσματα. Η «μικρή» Roda αναρριχάται ακόμα και στην τέταρτη και πέμπτη θέση, αποδίδει σπουδαίο ποδόσφαιρο και το μυστικό βρίσκεται στην προπόνηση και στην αυστηρή και ενδελεχή επιλογή ταλέντων της περιοχής και όχι μόνο. Όταν την άνοιξη του 1980 ο Jacobs κλείνει τον κύκλο του στην ομάδα, ο Έγκεν είναι στην καλύτερη και πιο παραγωγική ηλικία ως προπονητής: 40 ετών.

Περιμένει να αναλάβει ο ίδιος, τελικά όμως η διοίκηση του συλλόγου προσλαμβάνει τον εξαιρετικό Piet de Visser. Θα περίμενε κανείς ο Gerards να το φέρει βαρέως, απεναντίας ωστόσο, Piet και Genè γίνονται οι καλύτεροι φίλοι, αδελφικοί που δεν χάλασαν τη σχέση τους μέχρι τα στερνά του.

Για να αντιληφθεί κανείς τι εστί Piet de Visser αρκεί να κοιτάξει το βιογραφικό του, να διαβάσει αργότερα ως scout ποιους ποδοσφαιριστές ανακάλυψε και για ποιους εισηγήθηκε λέγοντας ότι θα κάνουν πολύ μεγάλη καριέρα. Ενδεικτικά: Romário, Ronaldo, Lukaku, Robben, van Nistelrooy, Gomes, David Luiz, Farfán, Oscar, Alex, De Bruyne, Courtois, Neymar, Dzsudzsák, είναι μόνο μερικά από τα εκατοντάδες πολύ μεγάλα ονόματα που ξεχώρισε ο βραβευμένος με το Rinus Michels Award Ολλανδός δάσκαλος. Εκείνον τον καιρό πάντως, η αποστολή του de Visser δεν ήταν εύκολη, αφού αφενός έπρεπε να αντικαταστήσει τον πολύ αγαπητό Jacobs στη Roda και αφετέρου να γίνει ο ίδιος μέλος του team που θα έβρισκε και όχι να δημιουργήσει το δικό του.

Με τον Έγκεν έδεσαν σε ένα τρελό ταξίδι στη Δανία, απ’ εκείνα που συνήθιζε να κάνει ο Γκέραρντ προκειμένου να βρει τον επόμενο Neeskens. Στο θρυλικό VW του Ευγένιου, ο αθλητικός διευθυντής Hens Coerver, ο έτερος βοηθός Sjef Mommertz και ο Piet de Visser. Σαββατόβραδο ξεκίνησαν, είδαν το παιχνίδι στη Δανία και Δευτέρα πρωί ήταν πίσω στην προπόνηση. Με δυο θερμός καφέ, μερικά σάντουιτς και την πειθαρχία του Έγκεν που τους άφηνε να κοιμούνται και οδηγούσε σκληρά, σαν πιλότος. Αυτή η άγνοια κινδύνου, αυτό το πάθος του Γκέραρντ εντυπωσίασε τρομερά τον de Visser, ειδικά από τη στιγμή που επρόκειτο για έναν άνθρωπο που θα γινόταν πρώτος προπονητής και του πήρε τη θέση. Κόλλησαν, έβγαιναν μαζί, δοκίμαζαν μαζί τα αγαπημένα τους κρασιά, ο Έγκεν τον ξενάγησε στην περιοχή, τον έβαλε στην ομάδα, τον υπερασπίστηκε. Ο ίδιος ο Piet τα διηγείται και γεμίζουν τα μάτια του.

Το τέχνασμα του Γκέραρντ

Η προπόνηση έγινε ένα προϊόν συλλογικότητας, δέσποζε όμως ο Γκέραρντ ως παλαιότερος και πιο νεωτεριστής. Ο de Visser είχε αναλάβει το τακτικό κομμάτι, ο Έγκεν προσπαθούσε να την κάνει ενδιαφέρουσα, να τεστάρει τα όρια των ποδοσφαιριστών. Τον Ιανουάριο του 1983 είχε χιονίσει πάρα πολύ στο Kerkrade, οι ποδοσφαιριστές περίμεναν ότι η προπόνηση (λογικά) θα ματαιωθεί. Στο γήπεδο από νωρίς ο Έγκεν, να κουβαλάει τα δοκάρια που ζύγιζαν μισό τόνο με τον πάγο επάνω τους, το τερέν κατεστραμμένο από τον πάγο. «Κανονικά προπόνηση, απλώς όχι εδώ» φώναξε ο Ευγένιος. Ο Rene Trost, ο σπουδαίος αμυντικός που μετέπειτα έγινε και σημαία της ομάδας, δεν πίστευε στα αυτιά του κι όταν μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι, ο Έγκεν τους μάζεψε και τους πήγε στο Brunssummerheide το αχανές πάρκο στο Landgraaf. «Έχω χαράξει με κιμωλία και έχω αφήσει από ένα μαντήλι σε κάθε δέντρο. Ανά 200, 400, 600 και 800 μέτρα. Όποιος μου φέρει ένα - ένα τα τέσσερα μαντήλια, θα πάρει ρεπό.» Είπε ο πανούργος Ολλανδός και έκλεισε το μάτι. Οι πιτσιρικάδες δεν κατάλαβαν ότι θα έκαναν προπόνηση, χωρίς να ακουμπήσουν μπάλα, χωρίς καν γήπεδο.

Χρησιμοποιούσε πάρα πολύ συχνά τέτοιου είδους τεχνάσματα ο Γκέραρντ, σε όλη του την καριέρα προσπαθούσε να είναι εφευρετικός, ήξερε ότι για τα νέα παιδιά το πιο βαρετό κομμάτι του ποδοσφαίρου ήταν η προπόνηση και ειδικά η ενδυνάμωση και η φυσική κατάσταση. Προπονητές όπως ο de Visser, ο Hans Eijkenbroek, ο Frans Körver τον λάτρεψαν γι’ αυτόν του το χαρακτήρα, οι παίκτες τον χαρακτήριζαν πολλές φορές σκληρό, θύμωναν μαζί του, αλλά αργότερα τον ευχαριστούσαν γιατί έφτιαξαν την καριέρα τους. Θυμάται ο Trost: «Χωρίς τον Gène δεν θα είχα πετύχει τίποτα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ήμουν κάποιος που ήθελε να δουλέψει σκληρά και να φτάσω ψηλά, αλλά δεν είχα ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Ο Gène με έκανε να νιώσω ότι μπορώ να διαχειριστώ τις δυσκολότερες καταστάσεις, να κατακτήσω τον κόσμο. Έχω δουλέψει μεταξύ άλλων με τον Huub Stevens, το Martin Jol, το Sef Vergoossen. Κανείς δεν μπόρεσε να μου μεταδώσει όσα ο Gerards.».

Το είχε αυτό ο Γκέραρντ, μπορεί να απαιτούσε πειθαρχία και να φάνταζε αλλόκοτος στους παίκτες του, αλλά θα έκανε τα πάντα γι’ αυτούς. Εκείνος πρωτοστατούσε και παρά την αδυναμία της διοίκησης να ανεβάσει επίπεδο την ομάδα, έκλεινε τα καλύτερα καλοκαιρινά τουρνουά για τη Roda, προκειμένου να αποκτήσουν κυρίως οι νεαροί ποδοσφαιριστές παραστάσεις και να περάσουν στο επόμενο επίπεδο. Κι ας ήξερε ότι θα τους χάσει από το Kerkrade και θα πάρουν μεταγραφή σε μεγαλύτερο σύλλογο ή είναι περαστικοί. Ένας από αυτούς τους ποδοσφαιριστές που είχαν συνεργαστεί τότε μαζί του στη Roda, ήταν και ο Έλληνας Γρηγόρης Τσινός, λεπτομέρεια που θα αποβεί κομβική στην ιστορία μας. Κάποτε έκλεισε ένα τουρνουά στην Πολωνία και επειδή δεν υπήρχαν τα χρήματα για ένα μεγάλο και σύγχρονο πούλμαν, νοίκιασε τρία βανάκια, χώρισε την ομάδα σε οκτάδες και μπήκε μπροστά με το δικό του VW για να παίξουν οι πιτσιρικάδες στο τουρνουά. Είκοσι ώρες οδήγηση, Ολλανδία – Πολωνία, το καραβάνι του Γκέραρντ.

Σε ένα άλλο τουρνουά στο Cuneo, είχε κατορθώσει να «χώσει» τη Roda μαζί με τη Liverpool, την Torino και τη Celtic. Η Roda προς έκπληξη όλων κέρδισε το τουρνουά, ο Έγκεν τους είχε ντοπάρει ψυχολογικά, μόλις μπήκαν στα αποδυτήρια είχε κολλήσει στους φοριαμούς από μια φωτοτυπία του προγράμματος της μίνι-διοργάνωσης που αναφερόταν στην ομάδα: «Αυτή η άγνωστη μικρή ολλανδική ομάδα. Έτσι γράφουν, δεν σας υπολογίζουν. Για να δούμε αν έχουν δίκιο και εάν θα λιγοψυχήσετε επειδή αντιμετωπίζετε το Dalglish και το Rush.».

Οι ποδοσφαιριστές πάντοτε όταν νιώθουν ότι οι προπονητές τους πιστεύουν, αποδίδουν καλύτερα, όσο κι αν κουράζονται στην προπόνηση. Το μεγάλο μυστικό του Γκέραρντ αυτό ήταν στο Kerkrade. Έκανε τους ποδοσφαιριστές να παίζουν πότε γι’ αυτόν και πότε για τον εκάστοτε πρώτο προπονητή. Στο πάγκο της σαν πρώτος προπονητής κάθισε μόνο για ένα πολύ σύντομο διάστημα ως υπηρεσιακός κι ας έχει γραφτεί κατά κόρον στην Ελλάδα το αντίθετο. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του τεχνικού επιτελείου, ιθύνων νους, όχι όμως ο head coach. Σε κάποιο σημείο της καριέρας του, όταν πια είχε συμπληρώσει δέκα ολόκληρα χρόνια στη Roda, αναζητούσε μια νέα πρόκληση, πιθανόν μια κλήση από την Eredivisie που δεν ήρθε ποτέ. Το δίπλωμά του από την Κολωνία, δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της πρώτης κατηγορίας της Ολλανδίας, ήταν ένα επίπεδο κάτω. Ο Γκέραρντ είχε το ουσιαστικό, αλλά όχι το τυπικό προσόν για να καθίσει στον πάγκο μιας top level ομάδας στο ολλανδικό πρωτάθλημα.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΛΙΜΑΝΙ.jpg#asset:60537

Όταν το Νοέμβριο του 1984 χτύπησε το τηλέφωνό του και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν άνθρωπος που βολιδοσκόπησε για λογαριασμό μιας ομάδας από την Ελλάδα, ο Έγκεν εξεπλάγη. Είχε γνωριστεί με κάποιους ανθρώπους του Παναθηναϊκού στο Τουρνουά του Άμστερνταμ, είχαν γίνει οι συστάσεις, αλλά δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του ότι θα μπορούσε ποτέ να κληθεί για να προπονήσει στην Ελλάδα. Δεν ήταν αρνητικός, απλώς ενημέρωσε τον Κώστα Καζανάκη ότι μόλις είχε απολυθεί ο Eijkenbroek από τη Roda και είχε δεσμευθεί ότι θα μείνει για να βοηθήσει την ομάδα να βγει από το τέλμα. Ο Κώστας Καζανάκης αναφέρει στο Θόδωρο Βαρδινογιάννη, ότι ο Ολλανδός υπήρξε θετικός στην προσέγγιση, αλλά εξήγησε ευγενικά ότι δεν μπορεί να αφήσει την ομάδα του εν μέσω της αγωνιστικής περιόδου και θα προτιμούσε να ξαναγίνει η συζήτηση το καλοκαίρι. Ο Βαρδινογιάννης εκτίμησε πάρα πολύ τη στάση του Γκέραρντ, ως πρώτη έμμεση επαφή του φάνηκε πολύ τίμια και «αντρίκεια». Και ως γνωστόν ο Θόδωρος ήταν Κρητικός με όλη τη σημασία της λέξης, απ’ εκείνους που το λόγο τον μετράνε περισσότερο από τα χαρτιά και τα συμβόλαια.

Όταν από τον Ιανουάριο του 1985 ανέλαβε ο Frans Körver και η Roda επέστρεφε σε μια κανονικότητα, ο Γκέραρντ άρχισε να το σκέφτεται πιο σοβαρά. Είχε επισκεφτεί αρκετές φορές την Ελλάδα, εκείνο το καλοκαίρι είχε κανονίσει διακοπές στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Ο Βαρδινογιάννης δεν είχε ξεχάσει εκείνη την υπόσχεση του Ολλανδού στο τηλεφώνημα του Καζανάκη. Έδωσε εντολή να ξαναγίνει μια προσπάθεια, να επαναπροσεγγιστεί ο προπονητής που ο Τσινός ορκιζόταν ότι θα κάνει θαύματα στην Ελλάδα.

Ο ιστορικός φροντιστής της Roda o Norbert Keulen, θυμάται ότι εξεπλάγη όταν είδε τον Ευγένιο απλώς με μια βαλίτσα και ολομόναχο να αναχωρεί για την Ελλάδα. Ούτε ο ίδιος δεν περίμενε να ριζώσει στην Ελλάδα. Μάλιστα είχε βγάλει εισιτήριο μετ’ επιστροφής: Ιούλιο αναχώρηση – Σεπτέμβριο επιστροφή. Είχε άλλωστε πίσω γυναίκα και παιδιά, μια ζωή που πολύ δύσκολα θα άφηνε ένας αστός σχετικά 45άρης. Ειδικά ο γιος του ο Frank του το κράτησε για πολύ καιρό, δεν συνθηκολόγησε ποτέ με την απόφαση του πατέρα του να αφήσει μια ζωή για να ξεκινήσει ουσιαστικά μια καινούρια. Διότι στην Ελλάδα και το Ηράκλειο ο Έγκεν, ουσιαστικά ξαναγεννήθηκε.

Από την πρώτη μέρα, από τότε που συνάντησε το Θόδωρο Βαρδινογιάννη στο γραφείο του στο Σύνταγμα, στο Meridien. Kόλλησαν αμέσως, υπέγραψαν μόνο εκείνο το συμβόλαιο, όλα τα επόμενα υπογράφηκαν με ένα σφίξιμο στο χέρι. Κρητικά και αντρίκεια. «Αυτός ο άνθρωπος γελάει, εμπνέει εμπιστοσύνη και αποπνέει χαρά. Θα μεγαλουργήσει στον ΟΦΗ» είπε ο Θόδωρος στους συνεργάτες του μετά τη γνωριμία με τον Ολλανδό. Και είχε δίκιο. Ο Γκέραρντ που μέχρι τότε ερχόταν μόνο για διακοπές στην Ελλάδα, πήρε το μικρό VW του, το έβαλε στο καράβι, κατέβηκε στο νησί και ερωτεύτηκε πάνω απ’ όλα τον τόπο και μετά τον ΟΦΗ. Όταν του είπαν να πάρει διερμηνέα, αρνήθηκε πεισματικά, απάντησε ότι τη χώρα τη μαθαίνεις μόνο αν μάθεις τη γλώσσα. Πήρε τη γυναίκα ενός Ολλανδού που είχε μείνει στο νησί, την Αφροδίτη Σχιλτς και έκανε μαθήματα κάθε μέρα, συνεχώς τη ρωτούσε για την Κρήτη, την ιστορία της, τα ήθη, τα έθιμα, τις κρυμμένες γωνιές της πόλης.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ-ΟΦΗ-ΡΕΤΡΟ.jpg#asset:60538

Βρήκε έναν σύλλογο ουσιαστικά ερασιτεχνικό, χωρίς υποδομές, χωρίς βασικά πράγματα που στην Ολλανδία θεωρούνταν προαπαιτούμενα. Τον πήγαν στο Λίντο που έκανε προπόνηση ο ΟΦΗ, βρήκε ένα ανισοβαρές ρόστερ που προσπαθούσε να παίξει ποδόσφαιρο σε μια αλάνα με τη θάλασσα και την αρμύρα να χτυπούν τα πρόσωπα των παικτών και τις μπάλες να χάνονται από τον αέρα. Δεν υπήρχαν κανονικά αποδυτήρια, στα τέρματα τα υπολείμματα διχτυών σκισμένα, μπάλες να εκτοξεύονται στη θάλασσα.

Οποιοσδήποτε θα είχε κάνει πίσω, δεν θα το τολμούσε να ξεκινήσει την οικοδόμηση ουσιαστικά μιας ομάδας από το μηδέν. Είχε όμως τη στήριξη του Θόδωρου. Και έσκυψε το κεφάλι και στρώθηκε στη δουλειά, στην πραγμάτωση του σχεδίου.

Στην αρχή κανείς δεν έδινε τύχη στο σχέδιο του Θόδωρου και του Ολλανδού, όταν ανακοινώθηκε από τον ΟΦΗ, οι εφημερίδες δεν έγραψαν καν σωστά το όνομά του. Οι περισσότεροι που ήξεραν από Κρήτη και Ηράκλειο, δεν του έδιναν ούτε τρίμηνο στον πάγκο του ΟΦΗ, οι πιο ρεαλιστές έκαναν λόγο για τεράστιο εγχείρημα χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, η πιάτσα απλώς τόνιζε ότι «δεν θα κάνει παρέλαση».

Όντως ο ΟΦΗ ξεκίνησε με πολλά νεαρά παιδιά και αλλεπάλληλα άσχημα αποτελέσματα. Κάποια στιγμή ετέθη και θέμα αλλαγής στο Βαρδινογιάννη, η εντολή όμως ήταν να αποφευχθούν οι παλαιότερες παλινωδίες (πριν τον Γκέραρντ ο ΟΦΗ είχε αλλάξει τρεις προπονητές σε μια σεζόν, τον Πετρόπουλο, τον Μπέιλι και τον Πάκερτ), να πέσει το βάρος στις ακαδημίες, να στηριχθεί ο προπονητής. Κι όπως γίνεται στα παραμύθια, από τότε που ο Γκέραρντ στηρίχθηκε και αποφασίστηκε να τελειώσει τη σεζόν με οποιοδήποτε κόστος, ο ΟΦΗ από τον Ιανουάριο του ’86 άρχισε να πετάει φωτιές.

Ταυτόχρονα με την πρόοδο στην ομάδα υψωνόταν επιτέλους και η κερκίδα με την επέκταση στο Γεντί Κουλέ, έπεφταν τα θεμέλια για το μεγαλύτερο απ’ όλα τα έργα υποδομής, το «Βαρδινογιάννειο Αθλητικό Κέντρο», το ΒΑΚ που ολοκληρώθηκε το ’89-90. Ξεκινούσε η εποχή ΟΦΗ στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ο Γκέραρντ συνένωσε τη ζωντάνια του τόπου με την βορειοευρωπαϊκή οργάνωση, με το πτυχίο ψυχολογίας δεν δημιουργούσε απλώς ποδοσφαιριστές, έπλαθε χαρακτήρες. Την πρώτη του μόλις χρονιά ο ΟΦΗ βγήκε στην Ευρώπη, επιτυχία ασύλληπτη μέχρι τότε, την οποία πιστώνονται τόσο ο Ολλανδός όσο και ο Θόδωρος με τους συνεργάτες του, τον Καζανάκη και το Μυριοκεφαλιτάκη.

Η μαγική βραδιά της 21ης Ιουνίου

Ήρθε η πρώτη νίκη στο ΟΥΕΦΑ, το 1-0 με τη Χάιντουκ στο Γεντί Κουλέ, η συνέχεια υπήρξε ονειρική. Γιάννης Σαμαράς, Νίκος Νιόπλιας, ο μεγάλος Χιλιανός Αλεσάντρο Ίσις, υπερχρήσιμοι βετεράνοι όπως ο Γρηγόρης Χαραλαμπίδης και ο Τάκης Περσίας, ο πρώτος ΟΦΗ του Γκέραρντ είναι χάρμα ιδέσθαι. Τρίτη θέση στο πρωτάθλημα και ο πρώτος τελικός κυπέλλου Ελλάδος: 21 Ιουνίου του 1987 στο Ολυμπιακό Στάδιο εναντίον του Ηρακλή.

Ο τελικός σημαδεύεται από το μίνι σόου και το highlight της καριέρας του Μύρωνα Σηφάκη. Ο Σηφάκης, είναι από σπόντα βασικός στον τελικό και όπως μαρτυρά και το ονοματεπώνυμό του γέννημα θρέμμα Κρητικός και Ηρακλειώτης.

Η βραδιά αποτελεί για εκείνον το παράσημο της καριέρας του, αφού σε ηλικία 27 ετών γίνεται ο ήρωας της μιας νύχτας και ο άνθρωπος που επί της ουσίας θα χαρίσει το τρόπαιο στον ΟΦΗ. Αποκρούει το πέναλτι του Χρήστου Ζήφκα και αφού ευστοχούν Τσινός, Δανιήλ Παπαδόπουλος και Παπαβασιλείου, κρίνει τον τελικό στο τελευταίο πέναλτι του Αδάμου. Η εκτέλεση του φορ του Ηρακλή είναι κακή, το πλασέ του στην αριστερή γωνία του Μύρωνα είναι ασθενές και ο Σηφάκης θα το αποκρούσει και αυτό με τη βοήθεια της τύχης, αφού η μπάλα μετά το χέρι του θα χτυπήσει στο δοκάρι και ως διά μαγείας θα επιστρέψει στην αγκαλιά του.

Ο ΟΦΗ είναι Κυπελλούχος Ελλάδος, ο Σηφάκης δευτερόλεπτα αφού συνειδητοποιεί τι έκανε διανύει το μισό γήπεδο αλαλάζων με υψωμένη τη γροθιά, προτού πνιγεί στις αγκαλιές των συμπαικτών του. τα επίσημα, ο Θεόδωρος Βαρδινογιάννης είναι εμφανώς συγκινημένος που η ομάδα του τόπου του κατακτά έναν τίτλο, είναι μια μεγάλη βραδιά για την οικογένεια Βαρδινογιάννη, αφού στο γήπεδο παρίστανται και τα αδέλφια του, Βαρδής και Γιώργος.

Ο ευρωπαίος ΟΦΗ

Το καμάρι της Κρήτης κατακτά τον πρώτο του τίτλο και το Ηράκλειο γιορτάζει, ξεχύνεται στους δρόμους. Πέφτουν πραγματικά πολλά λεφτά στις υποδομές της ομάδας, ο Θόδωρος είναι ξετρελαμένος με τον Γκέραρντ, που δεν εμμένει σε αμιγώς ποδοσφαιρικά κριτήρια, αλλά προσέχει τα μικρά παιδιά σε όλες τις εκφάνσεις του σπορ: τακτικά, φυσική κατάσταση, εκπαίδευση, παντού. Νομοτελειακά έρχεται και η πρώτη ευρωπαϊκή πρόκριση με την ανατροπή εναντίον της Βίτοσα (Λέφσκι Σόφιας) ανατρέποντας το 1-0 της Βουλγαρίας με 3-1 στο Γεντί Κουλέ. Στον επόμενο γύρο θα έλθει ο πολύ δύσκολος αποκλεισμός από την Αταλάντα του Στρόμπεργκ, με παράσημο το ιστορικό 1-0 με το γκολ του Περσία στην Τούμπα. Ο ΟΦΗ έχει παγιωθεί στις πρώτες βαθμολογικές θέσεις αφήνοντας πίσω του παραδοσιακές δυνάμεις του ελληνικού ποδοσφαίρου, ξανατερματίζει τρίτος στο πρωτάθλημα και κατακτά και το Βαλκανικό Κύπελλο την επόμενη χρονιά στον τελικό με τη Ραντνίτσκι (3-1 με γκολ του Βλαστού, του Μπατσινίλα και του Νίκι Παπαβασιλείου).

Όλη η ποδοσφαιρική Ελλάδα μιλάει για το θαύμα του Γκέραρντ που πλέον αρχίζει και παρομοιάζεται με τον Γκι Ρου του ελληνικού ποδοσφαίρου: είναι ο μοναδικός αμετακίνητος προπονητής όλων των εποχών. Το 1990 δεύτερος τελικός κυπέλλου μέσα σε μια τριετία, αυτή τη φορά χωρίς την κατάκτηση του τροπαίου (2-4 από τον Ολυμπιακό του Ντέταρι), σταθερά υψηλές θέσεις στο πρωτάθλημα και το 1993 έρχεται και η ονειρώδης ευρωπαϊκή πορεία.

Ο ΟΦΗ στον πρώτο γύρο αποκλείει τη Σλάβια Πράγας.  Στην ομάδα έχουν προστεθεί μυθικές πια μορφές της, όπως ο Μαχλάς, ο Μαρινάκης, ο Πουρσανίδης και ο αγαπημένος Ντράγκαν των Snakes, ο Τζουγκάνοβιτς. Αυτά τα παιδιά ήταν οι μόνοι μαζί με τον Γκέραρντ και κάποιους αισιόδοξους εντός ομάδας που πίστεψαν ότι η ομάδα είχε τύχη ακόμα και απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης που η κληρωτίδα έφερε αντίπαλο στον επόμενο γύρο. Η ήττα με 1-0 στο Βιθέντε Καλντερόν αποδείχθηκε πολύ μικρή για εκείνον τον ΟΦΗ. Ο Γκέραρντ τους μάζεψε όλους και στήθηκε το μεγάλο κόλπο.

Στο κατάμεστο Γεντί Κουλέ, με ρεσιτάλ ομάδας και κόσμου, ο ΟΦΗ κάνει το απίστευτο: αποκλείει την Ατλέτικο με το τελικό 2-0 να μοιάζει φτωχό. Μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα, ένα παιδί γεννημένο στο Ηράκλειο – Ομιλήτης γέννημα-θρέμμα, ο Νίκος Μαχλάς. Ο ΟΦΗ στους 16 του κυπέλλου κυπελλούχων Ευρώπης. Η μόνη που γεννά οπαδούς και προωθεί το δικό της αθλητικό μοντέλο. Κάποιοι κάνουν λόγο ακόμα και για πρωτάθλημα, από την Κρήτη δεν μπορεί να περάσει κανείς, το Βαρδινογιάννειο παράγει διαρκώς νέους αθλητές, ο Γκέραρντ έχει γίνει ένα με την πόλη, η πόλη έχει γίνει ένα με τον Ευγένιο. Η ποδοσφαιρική Ελλάδα λογίζει το Ηράκλειο σαν τη δυσκολότερη έδρα μετά την Τούμπα. Ο ΟΦΗ έχει αρχίσει και γίνεται «ενοχλητικός» ακόμα και για τον Παναθηναϊκό.

Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την πορεία των πραγμάτων και την αλληλουχία των γεγονότων εάν την 21η Σεπτεμβρίου του ’96 ο Θόδωρος Βαρδινογιάννης δεν οδηγείτο νεκρός στο «Υγεία» μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΝΤΙΑΡΑ.jpg#asset:60542

Η ομάδα προχώρησε με όση βενζίνη είχε απομείνει στο ρεζερβουάρ, ο Γκέραρντ άντεξε σκάρτη τετραετία πριν κλείσει το μεγαλύτερο κεφάλαιο της καριέρας του το 2000. Εκείνη την 21η Μαΐου του 2000, στο «Γεντί Κουλέ» έγινε το συναισθηματικά φορτισμένο αποχαιρετιστήριο ματς. Τα περισσότερα «παιδιά» του εκεί, όχι όμως όλα. Στο γήπεδο πολύς κόσμος, «δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ Ολλανδέ – Ολλανδέ».

Ο Ευγένιος χρίζεται επίτιμος δημότης Ηρακλείου, είναι το λιγότερο για έναν άνθρωπο που ήρθε σαν Gène Gerards κι έγινε Ευγένιος Γκεραρντάκης. Ορόσημα των τελευταίων του χρόνων στην ομάδα, η έξοδος στην Ευρώπη τη σεζόν που έφυγε ο Θόδωρος με το περίφημο γκολ του Κουτσουπιά στο ΟΑΚΑ με τον Παναθηναϊκό και η σπουδαία 4η θέση την τελευταία χρονιά με εμβληματική τελευταία παρακαταθήκη το Μαχαμαντού Ντιαρά.

Το κεφάλαιο Ντιαρά είναι ξεχωριστό από μόνο του, ο Γκέραρντ παρότι θα μπορούσε να διατηρήσει ποσοστό μεταπώλησης έχοντας ανακαλύψει τον ποδοσφαιριστή, αρνήθηκε προκειμένου να μην παρεμποδίσει την καριέρα του. Δεν το ξέχασε ποτέ ο Μαχαμαντού, ένα παιδί που από την Jeunesse Sportive Centre Salif Keita του Μπαμακό στο Μάλι, βρέθηκε στην Κρήτη και κατέληξε στο Μπερναμπέου.

Όταν ο Ευγένιος μετακόμισε στην ΑΕΚ το 2000 ως προπονητικό δίδυμο μαζί με τον Τόνι Σαβέβσκι, ο Ντιαρά ήδη έβγαζε μάτια στην Ολλανδία με τη Φίτεσε προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλων ευρωπαϊκών συλλόγων. Είναι ο ίδιος παίκτης που έφερε ο Γκέραρντ με 15 χιλιάδες δολάρια και ανάγκασε τον Καλντερόν να δαπανήσει 27 εκατομμύρια ευρώ για να τον εντάξει στη Ρεάλ Μαδρίτης. Όταν ο πρόεδρος της Ρεάλ ρώτησε τον Καπέλο «ποιοι είναι οι τρεις ποδοσφαιριστές που επιθυμεί να ενισχύσουν την ομάδα» ο Καπέλο απάντησε απερίφραστα «ο Ντιαρά, ο Ντιαρά και ο Ντιαρά».

Από τους Έλληνες το πιο επιτυχημένο «κοπέλι» του ήταν ο Νίκος Μαχλάς, ένας Ομιλήτης από τα γεννοφάσκια του που βρέθηκε κι αυτός στη Φίτεσε, τον Άγιαξ και τη Σεβίλλη. Αυτό το «μάτι» του 60χρονου Γκέραρντ εκτίμησαν στην ΑΕΚ και έσπευσαν να τον κλείσουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά, πάμπολλες φορές στο παρελθόν τον είχαν προσεγγίσει και η ΑΕΚ και ο Παναθηναϊκός και ο ΠΑΟΚ, αλλά ο Γκέραρντ απαντούσε ότι δεν μπορεί να αφήσει την Κρήτη και το «παιδί του», τον ΟΦΗ.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΑΕΚ-ΣΑΒΕΦΣΚΙ.jpg#asset:60539

Στην ΑΕΚ Σαβέβσκι και Γκέραρντ αντικαθιστουν τον Γιάννη Παθιακάκη στον πάγκο και κοουτσάρουν την ομάδα από την 16η αγωνιστική έως το τέλος της σεζόν 2000/01. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, 11 νίκες, 1 ισοπαλία και 3 ήττες που επιτρέπουν στην ομάδα από την 5η θέση να τερματίσει 3η και να τελειώσει τη σεζόν αξιοπρεπώς. Κάθισε στον πάγκο της ΑΕΚ και στα δυο ιστορικά 2 ευρωπαϊκά ματς με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα, για τον 4ο γύρο του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, αποχώρησε μόνο με θετικά σχόλια και αναμνήσεις το καλοκαίρι. Το ταξίδι συνεχίστηκε στον ΑΠΟΕΛ, μάλιστα βρέθηκε και αντίπαλος της ΑΕΚ στα προκριματικά του Champions League της περιόδου 2002/03 όταν ο ΑΠΟΕΛ αποκλείστηκε από την «Ένωση».

Στην Κύπρο κατέκτησε το πρωτάθλημα, το μοναδικό του πρωτάθλημα στην γεμάτη καριέρα του Συνέχισε στον Ηρακλή και το 2004 ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τους πάγκους. Βρήκε αμέσως δουλειά, τον κάλεσε ως επικεφαλής του τμήματος scouting στην υπό ανοικοδόμηση ΑΕΚ ο Ντέμης Νικολαΐδης, θέση από την οποία πέρασε σχετικά απαρατήρητος αφού σχεδόν καμία εισήγησή του δεν εισακούστηκε, ενώ πρωτοεμφάνισε και προβλήματα στην υγεία του. Ποδοσφαιρικά ολοκλήρωσε το 2010, περνώντας για ένα δίμηνο από τον πάγκο της Παναχαϊκής, η καρδιά του όμως χτυπούσε μόνο στην Κρήτη.

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΒΡΑΧΟΙ.jpg#asset:60540

Ο φίλος του ο Sef Vergoossen του έλεγε πάντοτε ότι καταλληλότερος τόπος για να σβήσει και καριέρα και διαδρομή είναι η Κύπρος. Το κλίμα, η ησυχία, η ήρεμη ζωή, η «χαρά του συνταξιούχου». Ο Ευγένιος δεν το συζήτησε καν. Μόνο Κρήτη, για πάντα Κρήτη.

Στην Κρήτη τα ξαναβρήκε και με την οικογένειά που άφησε στην Ολλανδία, φίλιωσε με το γιο του το Frank. Εκεί γνώρισε τη δεύτερη γυναίκα του, την Κατερίνα Τραβαγιάκη με την οποία συναντήθηκαν στο προπονητικό κέντρο και έκτοτε μόνιασαν για πολλά χρόνια στην Ελιά, ένα χωριό 700 ψυχών στη Χερσόνησο, πάνω σ’ έναν όμορφο λόφο με θέα που σου κόβει την ανάσα.

Ήταν μια πολύ δυνατή και συνάμα δύσκολη προσωπικότητα ο Ολλανδός που έγινε Κρητικός. Γεννήθηκε Ολλανδός, αλλά ήταν βαθιά Έλληνας. Όπως το Limburg δεν είναι «Ολλανδία» έτσι και η Κρήτη δεν είναι «Ελλάδα». Πιθανόν οι ομοιότητες Λιμβουργίας και Κρήτης να συνετέλεσαν στο ότι ερωτεύτηκε αμέσως έναν τόπο που ακόμα και Έλληνες θεωρούν στριφνό και δύσκολο. Αυτό που αγνοούν οι περισσότεροι, είναι ότι άπαξ και την αγκαλιάσεις την Κρήτη και το Ηράκλειο, θα ανταποδώσει εις διπλούν. 

ΓΚΕΡΑΡΝΤ-ΚΑΦΕΝΕΙΟ.jpg#asset:60588

Το δυστύχημα για εκείνον και την οικογένειά του, ήταν ότι από το 2005 η υγεία του είχε αρχίσει να κλονίζεται χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η αιτία. Τελικά έπασχε από ένα πολύ σπάνιο αυτοάνοσο νόσημα, το PSP. Η προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση (PSP) είναι ο πιο συχνός τύπος των άτυπων παρκινσονικών συνδρόμων αλλά έχει μόνο το ένα δέκατο της συχνότητας της νόσου του Parkinson.

Από νωρίς οι ασθενείς με PSP έχουν δυσκολία στη βάδιση, την ισορροπία, εμφανίζουν δυσκολίες στις οφθαλμικές κινήσεις, ακούσιο σκαρδαμυγμό και δυσκολία να ανοίξουν τα μάτια τους, αργές κινήσεις και δυσκαμψία, ειδικά στους μυς του αυχένα και καταλήγουν στην εικόνα της 20ης Νοεμβρίου που έκανε ολόκληρη την Κρήτη να συγκινηθεί και να δακρύσει.

Η βραδιά του

Με πρωτοβουλία του Ηλία Πουρσανίδη και αρωγούς την οικογένεια Γκέραρντ προεξέχουσας της συζύγου του Κατερίνας, η φίλαθλη Ελλάδα μπήκε στη χρονομηχανή, πέρασε μπροστά από τα μάτια μας το μεγαλύτερο μέρος από την ιστορία του ΟΦΗ.

Σηφάκης, Χοσάδας, Γιαλαμάς, Μπεκιάι, Αγιομαμίτης, Αδάμος, Αθανασιάδης, Αναστασίου, Βάβουλας, Βασιλείου, Βέρα, Βλαστός, Γεωργαμλής, Δέδες, Δερμιτζάκης, Διγκόζης, Θωμαΐδης, Ιορδανίδης, Καργιώτης, Κιάσσος, Κοζανίδης, Χανιωτάκης, Σταυρακάκης, Γκουλής, Παυλόπουλος, Πατεμτζής, Ίσις, Μαρινάκης, Πουρσανίδης, Μαχλάς, Νιόπλιας, Τζουγκάνοβιτς. Όλοι τους παιδιά του, ξανάβαλαν φανέλα και σορτσάκι για να τον τιμήσουν.

Στο Γεντί Κουλέ κι ο Παντελής Μυριοκεφαλιτάκης, ο Κώστας Καζανάκης, ο Μανόλης Παπαματθαιάκης, ο Γιώργος Καραντινός, ο Γιάννης Αρώνης. Απέναντι, όλοι οι φίλοι για να τον τιμήσουν: Νικοπολίδης, Αποστολάκης, Κωστούλας, Καψής, Γκούμας, Μπασινάς, Κατσουράνης, Λυμπερόπουλος, Καραγκούνης, Τσιάρτας, Γκόγκιτς, Κατεργιαννάκης, Βενετίδης, Γιαννακόπουλος, Κωστένογλου, Κωφίδης, Λαγονικάκης, Μαλέκος, Μάρκος, Νταμπίζας, Τζόρτζεβιτς.

ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ-ΚΛΑΜΑ-ΓΚΕΡΑΡΝΤ.jpg#asset:60541

Η βραδιά τα είχε όλα. Δάκρυα χαράς, δάκρυα λύπης, θλίψη, ευτυχία, πολύ συναίσθημα, κατανυκτική ατμόσφαιρα. Όταν εμφανίστηκε το αμαξίδιο με τον Ευγένιο λύγισαν όλοι. Δεν μπορεί να αποτυπωθεί στο χαρτί η αύρα, η διάχυση του συναισθήματος στο χώρο. Δεν υπήρχε καλύτερος επίλογος για το μεγαλείο της ιστορίας αυτού του ανθρώπου, για όλα όσα πρόσφερε στον ΟΦΗ στα δεκαπέντε χρόνια της παρουσίας του. Δεν υπάρχει άλλη τέτοια περίπτωση στο ελληνικό ποδόσφαιρο, να συνδεθεί ένας προπονητής, ένα πρόσωπο τόσο πολύ με μια ομάδα.

Θα μπορούσε να γίνει μόνο από έναν άνθρωπο που καταλάβαινε τον τόπο, που τον λάτρευε με τα καλά του και τα άσχημά του. Πέρασαν σε flash forward από μπροστά μου χαρές και πίκρες, πιο πολύ το γκολ του Μαχλά με την Ατλέτικο, η θεόσταλτη βραδιά του Σηφάκη στον τελικό του ΟΑΚΑ, ο Τζουγκάνοβιτς στα κάγκελα της 4 με τη φανέλα να κρύβει το πρόσωπο, το γκολ του Χάιμε στο παλιό Καραϊσκάκη, τα γκολ του Γιάννη του Σαμαρά στο 2-5 με τον Παναθηναϊκό, οι Ομιλήτες να σκαρφαλώνουν στο συρματόπλεγμα. Και κάθε που γυρνούσα να κοιτάξω στον πάγκο, έβλεπα μια γνώριμη φιγούρα με γυαλιά ντεγκραντέ και εκείνο το γεμάτο χαμόγελο.

Πάντα ο Ευγένιος στεκόταν στην άκρη του πάγκου, πάντα εκείνος θα στέκεται.

Διαβάστε ακόμη:

Γίνησε η σπίθα σου φωτιά: Το μεγάλο αφιέρωμα στον ΟΦΗ

Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του capitano.gr διατίθεται στους επισκέπτες για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, με ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.